>"
Blogger Tips and TricksLatest Tips For BloggersBlogger Tricks

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Στο Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο απάντηση του καθηγητή Δ. Τσελεγγίδη " "

Από: http://aktines.blogspot.com/2010/07/blog-post_5620.html

Με μία θεολογικότατη και άκρως τεκμηριωμένη πατερικά ο Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης απαντά στις αντορθόδοξες θέσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, που υποστηρίζει ότι η Εκκλησία σεν είναι πλέον ΜΙΑ όπως την ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά διηρρημένη!

Δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το κείμενο της επιστολής του Καθηγητή, το οποίο κοινοποιήθηκε προς όλους τους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Θεσσαλονίκη, 7-7-2010
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τηλ. Γραφ. 2310-996957
Οικ. 2310-342938


Προς
τον Σεβασμιώτατο
Μητροπολίτη Μεσσηνίας
κ. Χρυσόστομο
Μητροπολίτου Μελετίου13
24100 ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Σεβασμιώτατε,


Μου γνωστοποιήθηκε από Ιεράρχες της Εκκλησίας μας η επιστολή σας προς τον Μακαριώτατο Αρχι­επίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο με κοινοποίησή της προς όλους τους Μητροπολίτες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθ. πρωτ. 311/17-6-2010.


Στην επιστολή σας αυτή α ναφέρεσθε και στο όνομά μου, σελ. 2, παρ. 3, εδάφ. α. Συγκεκριμένα, γρά­φετε τα εξής: «Την επιφύλαξη του Σεβ. Κυθήρων δεν την έχει εκφράσει μέχρι σήμερα ούτε προφορικά ούτε γραπτά ο Ελλογιμ. Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, ο οποίος έλαβε την επιστολή, την οποία επικαλείται ο Σεβ. Κυθήρων, και με τον οποίον κατ’ αντίληψιν επικοινώνησα τόσο τηλεφωνικά όσο και διάζώσης, εξ αφορμής πανεπιστημιακών θεμάτων και υποχρεώσεων.


Ένα τέτοιου είδους σοβαρό εκκλησιολογικό ατόπημα πέρασε απαρατήρητο από τον καταξιωμένο Κα­θηγητή της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας και ασχολίαστο;»


Να σημειώσω διευκρινιστικά, ότι το επίμαχο σημείο της διαφωνίας εδώ είναι η θεολογική θέση, που διατυπώσατε σε προηγούμενη επιστολή σας (01-10-2009, σ.4) προς εμέ, και η οποία έχει ως εξής: «Η Εκκλησία του Χριστού είναι μία και αδιαίρετη πριν το σχίσμα, σήμερα είναι διηρημένη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα, αυτό επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της παρ. 41 του Κειμένου της Ραβέννας».


Επειδή δεν θέλω, Σεβασμιώτατε, να καλλιεργούνται και να διαδίδονται εσφαλμένες πληροφορίες για την τοποθέτησή μου σε ένα τόσο σοβα ρό εκκλησιολογικό θέμα, αναγκάζομαι πλέον τώρα να σάς γράψω.


Καταρχήν, να σάς ενημερώσω, γιατί δεν απάντησα τότε στην από 01-10-2009 ε πιστολή σας. Την επιστολή σας αυτή την έλαβα, όλως περιέργως, μόλις την παραμονή της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλη­σίας της Ελλάδος. Αλλά εκείνο που με εμπόδισε κατεξοχήν να προχωρήσω τοτε σε απαντητική επιστολή ήταν το γεγονός ότι η επιστολή σας εκείνη κοινοποιήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο και στους Μητροπολίτες, Μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.


Σκέφτηκα τότε, Σεβασμιώτατε, ότι το συγκληθέν σώμα της Ιεραρχίας είναι το πλέον αρμόδιο να κρίνει το ορθό η το εσφαλμένο της εκκλησιολογικού χαρακτήρα διατυπώσεώς σας. Η Ιεραρχία η λειτουργεί με αγιοπνευματικά κριτήρια και παίρνει θέση στο θέμα –σκέφτηκα– η απλώς το αντιπαρέρχεται. Γιατί, δηλα­δή, θα έπρεπε να απαντήσω εγώ, όταν αυτό το καίριο πρόβλημα ήταν ήδη εκπεφρασμένο εγγράφως ε­νώπιόν της; Πίστεψα, δηλαδή, συγκεκριμένα, ότι ο Μακαριώτατος Πρόεδρος και τα Μέλη της Διαρκούς Ι­εράς Συνόδου θα έθεταν ως πρώτο θέμα στην Ιεραρχία της Εκκλησίας, που συγκλήθηκε τον Οκτώβριο του 2009, «το σοβαρό εκκλησιολογικό ατόπημα», όπως ο ίδιος το χαρακτηρίσατε στην επιστολή σας, και ότι θα σάς καλούσε να δώσετε τις απαραίτητες διευκρινίσεις, και να το ανακαλέσετε. Και τούτο, γιατί ως δογματολόγος γνωρίζω, ό τι εκπίπτει από το σώμα της Εκκλησίας ο κάθε πιστός –και πολύ περισσότερο ο κληρικός– που συνειδητά αμφισβητεί η απορρίπτει με ρικώς η ολικώς την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή διατυπώνεται με ακρίβεια στους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Γιατί, ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να καταλύει ούτε να σχετικοποιεί την αλήθεια της Εκκλησίας, επειδή κανείς δεν βρίσκεται υ περάνω αυ­τής.


Δυστυχώς, η Ιεραρχία τότε δεν ασχολήθηκε με το εκκλησιολογικό αυτό θέμα, που αφορά καίρια την ταυτό τητα και την αυτοσυνειδη σία της Εκκλησίας.


Μετά από τις παραπάνω εξηγήσεις για την έως τώρα σιωπή μου, θα περιοριστώ να απαντήσω με την παρούσα επιστολή μόνο στην εκκλησιολογική άποψη, που διατυπώσατε στην προς εμέ επιστολή σας (01-10-2009). Και αυτό το κάνω για τρεις κυρίως λόγους: Πρώτον, για χάρη της δογματικής αλήθειας της Εκκλησίας. Δεύτερον, εξαιτίας της σημασίας που έχει η παραπάνω αλήθεια στον ήδη διεξαγόμενο Θεολογικό Διάλογο με τους ετεροδόξους και ειδικότερα με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Κατά σύμπτωση, τον τε­λευταίο καιρό η Εκκλησιολο γία είναι ο πυρήνας του Διμερούς Θεολογικού Διαλόγου, ο οποίος με τα την μη ολοκλήρωσή του πέρυσι στην Κύπρο θα συνεχιστεί τον Σεπτέμβριο του 2010 στη Βιέννη. Στην παρούσα περίσταση το εύλογο και καίριο ερώτημα που τίθεται ειναι: Με ποια αίσθηση αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας προσέρχονται οι εκπρόσωποί της στον Διμερή Θεολογικό Διάλογο; Ακόμα πιο συγκε­κριμένα, προσέρχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δια των εκπροσώπων της ως η «ΜΙΑ, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία» η ως διηρημένη Εκκλησία, η οποία αναζητά την οντολογική ενότητάτης στην ένω­σή της με τους κατά καιρούς αποκομμένους από αυτήν ετεροδόξους; Τρίτον –με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο και το εκκλησιαστικό αξίωμά σας– σάς γράφω αυτήν την επιστολή, επειδή θεωρώ ό τι με την εκκλησιολογική τοποθέτησή σας αλλοιώνεται ουσιωδώς η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας και αδικείται κατάφωρα ο αρχιερατικός νους σας, ενώ δικαιώνεται ο κάθε Αρχιερέας, αλλά και ο κάθε απλός πιστός που υπερασπίζεται, ως οφείλει, την ακεραιότητα της αγιοπνευματικής διατυπώσε ως της εκκλησιαστικής αλήθειας στον Όρο της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους θεοφόρους Πατέρες.


Τώρα, ως προς το εκκλησιο λογικό ερώτημα –αν δηλαδή η Εκκλησία μετά το σχίσμα του 1054 είναι ΜΙΑ και αδιαίρετη η διηρημένη– έχω να καταθέσω απεριφράστως τα ε ξής:


Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε, ό τι πιστεύουμε «εις μίαν, ... Εκκλησίαν». Από την διατύπωση αυτή του Συμβόλου προκύπτει ότι η ενότητα, ως θεμελιώδης ιδιότητα του ενός, στην προκειμένη περίπτω­ση ως η ιδιότητα της ΜΙΑΣ Εκκλησίας, είναι το ασφαλές δεδομένο της πίστεώς μας. Στη συνείδηση του σώ­ματος της Εκκλησίας η ενότητά της είναι δεδομένο οντολογικό, απολύτως και αμετακλήτως διασφαλισμένο από την κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό, δια τη συνεχούς παρουσίας του Παρακλήτου Πνεύματός του σ’ αυτήν, ήδη από την Πεντηκοστή. Η ενότητα της Εκκλησίας ως δογματική αλήθεια εκφράζει τόσο την αυ­τοσυνειδησία της όσο και την αγιοπνευματική εμπειρία της. Αν όμως η Εκκλησία είναι ΜΙΑ κατά το Σύμβο­λο της Πίστεως, τότε με την συνεπή εκκλησιολογική έννοια και κατά κυριολεξία δεν μπορούν να υπάρ­χουν ετερόδοξες εκκλησίες, αλλά ούτε μητέρες, αδελφές, θυγατέρες και εγγονές εκκλησίες. Η ΜΙΑ και μό­νη –αδιαίρετη πάντοτε– Εκκλησία γεννά μυστηριακώς «δι’ ύδατος και Πνεύματος» τα μέλη της, δεν γεννά άλλες εκκλησίες. Οι κατάτ τόπους (Ορθόδοξες) Εκκλησίες αποτελούν φανέρωση εν τόπω και χρόνω της ΜΙΑΣ και μόνης Εκκλησί ας (βλ. ενδεικτικώς, Α΄ Κορ. 1,2). Ούτε βέβαια μπορεί η Εκκλησία να είναι ταυτό­χρονα ΜΙΑ και διηρημένη. Γιατί η διαίρεση σημαίνει κατάτμηση ενός όλου σε δύο η περισσότερα μέρη (βλ. Λεξικό, Γ. Μπαμπινιώ τη). Κατά συνέπεια, η θεώρηση της Εκκλησίας ως διηρημένης, σήμερα, αντίκειται σαφώς στη ρητή διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως, πράγμα που συνεπάγεται, κατά τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, καθαίρεση και αφορισμό, κατά περίπτωση, σ’ όποιον εμμένει στη θεώρηση αυ­τή.


Στην επιστολή σας, Σεβασμιώτατε, επιχειρείτε να θεμελιώσετε την εκκλησιολογική τοποθέτησή σας όχι στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά στο περιεχόμενο της παρ. 41 του Κειμένου της Ραβέννας, το οποίο κάνει λόγο για την «εποχή της αδιαίρετης Εκκλησίας». Έτσι, δίνετε την εντύπωση ότι αποδίδετε μεγαλύτε­ρη σημασία σε ένα Κοινό Κείμενο μιας Διεθνούς Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο, συνισταμένης από ανθρώπους που αναζητούν την αλήθεια, παρά σε αποφάσεις και Όρους Οικουμενικών Συνόδων, οι οποί­ες αποφαίνονται εν Αγίω Πνεύματι για την αλήθεια της Εκκλησίας. Πάντως, από τη διατύπωση του Κοινού Κειμένου γίνεται, πράγματι, σαφές οτι για τα Μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής δεν υφίσταται σήμερα η αδιαίρετη Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή σήμερα είναι διηρημένη, παρά την δογματική αλήθεια της ίδιας της Εκκλησίας, που ομολογούμε λεκτικά στο Σύμβολο της Πίστεώς μας. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια την αποκοπή από την Εκκλησία όλων εκείνων, που συνειδητά υποστηρίζουν όσα διαλαμβάνει το Κείμενο της Ραβέννας για την ταυτότητα της Εκκλησίας, επειδή εμμέσως πλήν σαφώς δεν αποδέχονται μέρος της δογματικής διδασκαλίας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.


Όμως, Σεβασμιώτατε, κανένα απολύτως κείμενο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την Εκκλησία, ε­φόσον αυτό αντίκειται στο Σύμβολο της Πίστεως, στον Όρο δηλαδή της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.[1]


Τέλος, Σεβασμιώτατε, θεωρώ ότι η εκκλησιολογική άποψη που εκφράζεται στην επιστολή σας για την ενότητα και ταυτότητα της Εκκλησίας αποτελεί την πρωτογενή αιτία της σύγχρονης πρακτικής των συμ­προσευχών ορισμένων Ορθοδόξων -κληρικών και λαϊκών- με τους ετεροδόξους. Γιατί, έτσι ερμηνεύεται θεολογικώς η σαφής παραβίαση Κανόνα Οικουμενικής Συνόδου (2ου της Πενθέκτης, με αναφορά στον 10ο Κανόνα των Αγίων Αποστό λων), που απαγορεύει την συμπροσευχή, με επιτίμιο τον αφορισμό από την Εκκλησία.


Με τον προσήκοντα σεβασμό
ασπάζομαι την δεξιά σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.


Κοινοποίηση:

1. Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο

2. Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες, Μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

3. Σεβασμιωτάτους Μητρο πολίτες, Μέλη της Ι εράς Συ νόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος


--------------------------------------------------------------------------------

[1] Για περισσότερα, βλ. στην Εισήγησή μου με τίτλο: «Η λειτουργία της ενότητος της Εκκλησίας. Οι λανθασμένες θεολογικές προϋποθέσεις του παπικού πρωτείου» , στην Θεολογική Ημερίδα της Ιεράς Μητροπόλε­ως Πειραιώς (28-4-2010) με θέμα: «Πρωτείον’, Συνοδικότης και ενότης της Εκκλησίας

Πηγή:orthodoxia-pateriki.blogspot.com/l
Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου